κεφαλώνω

κεφαλώνω
[κεφαλή]
1. εγκαθίσταμαι σε κάποια χώρα ως κυρίαρχος, γίνομαι αφέντης
2. αποκτώ περιουσία με την οποία μπορώ ν' αρχίσω δική μου εργασία, ευπορώ
3. σφυροκοπώ την αιχμηρή άκρη καρφιού για να τό πλατύνω και να σχηματίσω κεφαλή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακεφαλώνω — 1. ορθώνω, υψώνω το κεφάλι 2. αναλαμβάνω οικονομικά, γίνομαι κάτοχος περιουσίας 3. αναλαμβάνω σωματικά, αναρρώνω, συνέρχομαι 4. (για χρέος, τού οποίου οι τόκοι εξισώνονται με το κεφάλαιο) διπλασιάζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κεφαλώνω] …   Dictionary of Greek

  • κεφάλωση — η [κεφαλώνω] η σφυροκόπηση τού άκρου τών καρφιών με σκοπό τον σχηματισμό κεφαλής …   Dictionary of Greek

  • κεφαλή — Το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος ή το πρόσθιο μέρος του σώματος των ζώων, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, η είσοδος του πεπτικού σωλήνα, τα αισθητήρια όργανα, περισσότερο ή λιγότερο τελειοποιημένα, καθώς και άλλες δομές, όπως οι τρίχες. Η κ. των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”